ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΟ ΣΥΣΤΗΜΑ ΚΑΙ ΑΝΕΡΓΙΑ

Όπως έχουμε αναφέρει και σε προηγούμενη ανάρτηση («Δημόσιες Δαπάνες και ΑΕΙ») το εκπαιδευτικό σύστημα στην Ελλάδα τα τελευταία χρόνια έχει έρθει αντιμέτωπο με τις συνέπειες της κρίσης. Όμως η κρίση (με τη μορφή του περιορισμού των δημοσίων δαπανών) από μόνη της δεν είναι υπεύθυνη για τη σημερινή του κατάσταση. Υπάρχει μια ιστορική εξέλιξή του, που δεν μπορεί να αγνοηθεί και υπάρχει και η διαχείριση της κρίσης (διοίκηση) που επηρεάζει σημαντικά τα αποτελέσματα. Παράλληλα, η κρίση κάνει την εμφάνισή της με ένα γενικότερο σύστημα μεταβολών (διαρθρωτικές μεταβολές στην οικονομία) που μεγεθύνει τα προβλήματα προς επίλυση.

Η πρόσφατη μελέτη “The Learning Curve: Education and Skills-2014 Report” του εκδοτικού οίκου Pearson σε συνεργασία με τον Economist-The Intelligence Unit για το εκπαιδευτικό σύστημα, κατατάσσει την Ελλάδα στην τελευταία θέση ανάμεσα στις ευρωπαϊκές χώρες και στην 33η σε σύνολο 40 χωρών (Διάγραμμα 1). Ο δείκτης αυτός υπολογίζεται ως ο μέσος όρος δύο κατηγοριών: της ικανότητας κατανόησης (PISA, TIMSS και PIRLS βαθμολογίες στο Διάβασμα, στα Μαθηματικά και στις Επιστήμες), και του εκπαιδευτικού επιπέδου (educational attainment) το οποίο μετράται μέσω των επιπέδων αλφαβητισμού και αποφοίτησης από τα διάφορα επίπεδα εκπαίδευσης.

Διάγραμμα 1. Ο Δείκτης του Επιπέδου Εκπαίδευσης (2014).

Πηγή: The Learning Curve Report (2014).

Σημείωση: 1) Οι αριθμοί μέσα στις μπάρες αφορούν στη μεταβολή της κατάταξης των χωρών σε σχέση με τις βαθμολογίες των χωρών το 2012. 2) Ο δείκτης αφορά σε μια διαδικασία κανονικοποίησης z-score. Η z-score κανονικοποίηση υποδεικνύει -για μια παρατήρηση- πόσες τυπικές αποκλίσεις βρίσκεται πάνω ή κάτω από το μέσο όρο. Χρησιμοποιείται για λόγους σύγκρισης μεταξύ των χωρών (λόγω διαφορετικών μετρήσεων ανά χώρα).

Σε σχέση με την αντίστοιχη έρευνα του 2012 η Ελλάδα έχει υποχωρήσει κατά δύο θέσεις στην κατάταξη αποτυπώνοντας μια ποιοτική υποβάθμιση του εκπαιδευτικού της συστήματος. Η επιδείνωση αυτή φαίνεται να οφείλεται κυρίως στις επιδόσεις της με βάση το κριτήριο της ικανότητας κατανόησης (μείωση της βαθμολογίας κατά 2,32 φορές), και λιγότερο με βάση το κριτήριο του εκπαιδευτικού επιπέδου (μείωση της βαθμολογίας κατά 1,16 φορές).

Ωστόσο, η μέτρηση αυτή δε λαμβάνει υπόψη της πρόσφατα στοιχεία (!). Εκτός δηλαδή του ότι οι δείκτες εκπαίδευσης απεικονίζουν μεταβολές που συμβαίνουν πέντε με δέκα χρόνια παλαιότερα, έχουμε και το πρόβλημα της χρησιμοποίησης παλαιοτέρων στοιχείων! Στη μέτρηση για το 2014, για την ελληνική οικονομία, το ποσοστό αποφοίτων τριτοβάθμιας εκπαίδευσης αφορά στο 2007 (!), ενώ από κάποιες από τις υπόλοιπες μετρήσεις αφορούν στο 2011 και κάποιες άλλες στο 2012. Αντίστοιχα, στη μέτρηση για το 2012, τα δεδομένα που λαμβάνονται υπόψη αφορούν σε στοιχεία μεταξύ των ετών 2006-2010. Ταυτόχρονα, η Ελλάδα, σε αντίθεση με άλλες χώρες, δε συμπεριλαμβάνεται στις έρευνες δεξιοτήτων  TIMSS και PIRLS.

Η έρευνα επίσης δε λαμβάνει υπόψη του σημαντικούς παράγοντες που διαμορφώνουν τα ποιοτικά επίπεδα της εκπαίδευσης, αφού επικεντρώνεται στα αποτελέσματα των εκπαιδευτικών συστημάτων, αφού πρόκειται για δείκτες αποτίμησης του παραγόμενου έργου και όχι μέτρησης εισροών κόστους. Για παράδειγμα, κατά την περίοδο της κρίσης περίπου οι μισές ευρωπαϊκές χώρες μείωσαν τις εκπαιδευτικές τους δαπάνες, με τη μεγαλύτερη μείωση να γίνεται στην Κύπρο, στην Ελλάδα, στη Λετονία, στη Λιθουανία και στο Ην. Βασίλειο (Euridyce 2013). Συγκεκριμένα για το 2012 η Ελλάδα όσον αφορά στις δαπάνες για την τριτοβάθμια εκπαίδευση ήταν τέταρτη από το τέλος στις χώρες της ΕΕ-27. Για το 2013 οι δαπάνες του Τακτικού Προϋπολογισμού για τα ΑΕΙ και ΤΕΙ ανήλθαν στο 0,56% του ΑΕΠ, μειωμένες κατά 26,7% σε σχέση με το 2012.

Έτσι, παρόλο που γενικά οι δείκτες αποτελεσματικότητας (όπως ο συγκεκριμένος δείκτης) είναι πολύ πιο χρήσιμοι από τους δείκτες κόστους εισροών, εντός περιόδων εντόνων διαρθρωτικών μεταβολών (π.χ. μείωση ή αύξηση δαπανών) έχουν περιορισμένη χρησιμότητα.

Αν με ρωτούσατε, θα σας έλεγα ότι ο δείκτης αυτός (όπως έχει κατασκευαστεί) δεν έχει και μεγάλη χρησιμότητα για την Ελλάδα του σήμερα, παρόλο που δείχνει ορισμένες τάσεις.

Παρ’ όλα αυτά, όσον αφορά στην ποιότητα του εκπαιδευτικού συστήματος, ένα κυρίαρχο ζήτημα που πρέπει να μας απασχολεί πλέον, κυρίως λόγω των επιπτώσεων της μεγάλης ύφεσης, αφορά στα προσόντα και στις δεξιότητες των ατόμων. Επίσης, προβληματισμό πρέπει να προκαλεί το ζήτημα της διατήρησης των δεξιοτήτων. Ακόμα και άτομα τα οποία προέρχονται από υψηλής ποιότητας εκπαιδευτικά συστήματα, με την πάροδο του χρόνου τείνουν να απεμπολούν πολλές από τις δεξιότητές τους ή να καθίστανται απαρχαιωμένες λόγω τεχνολογικών εξελίξεων.

Ο OECD (2012) εκτιμά ότι την τελευταία δεκαετία η οικονομική μεγέθυνση στις ανεπτυγμένες οικονομίες έχει προέλθει άνω του 50% από τη βελτίωση των δεξιοτήτων. Αν αναλογιστούμε λοιπόν ότι η ανάπτυξη θα προέλθει από την επένδυση στο ανθρώπινο κεφάλαιο, τότε δημιουργούνται έντονα ερωτήματα για τη δημιουργία μιας βιώσιμης ανάπτυξης στην ελληνική οικονομία με δεδομένες τις αρνητικές μεταβολές που συμβαίνουν τώρα στο εκπαιδευτικό σύστημα και στην ελληνική κοινωνία. Έτσι, στην Ελλάδα, όπου η ανεργία βρίσκεται σε πολύ υψηλά επίπεδα («Η Ερμηνεία της Ανεργίας», «Η Ανεργία 2016», «Διαρθρωτική και Κυκλική Ανεργία στην Ελλάδα», «Ανεργία και Απασχόληση»), και το μεγαλύτερο μέρος της χαρακτηρίζεται ως διαρθρωτική ανεργία. Έχουμε δηλαδή ένα μεγάλο μέρος του εργατικού δυναμικού, το οποίο δεν εργάζεται και για αυτό με την πάροδο του χρόνου μετατρέπεται σε χαμηλής εξειδίκευσης.

Αναρωτιόμαστε εάν η πολιτική τάξη στην Ελλάδα έχει αντιληφθεί -στο βαθμό που επιβάλλεται- την αξία της επένδυσης αλλά και της πραγματοποιούμενης από-επένδυσης σε ανθρώπινο κεφάλαιο στην περίοδο αυτή λόγω της μακροχρόνιας ανεργίας.

Είναι εντυπωσιακό να βρισκόμαστε στο έκτο έτος της ύφεσης και να μην έχουν γίνει απαραίτητες κρίσιμες παρεμβάσεις: α) στην τριτοβάθμια εκπαίδευση για τη διασύνδεση του εκπαιδευτικού συστήματος και της παραγωγής, β) στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση για την αντιμετώπιση της ύπαρξης δύο συστημάτων εκπαίδευσης (σχολείο/φροντιστήριο), και γ) στη πρωτοβάθμια εκπαίδευση για τη δυνατότητα παροχής επαρκών ποιοτικών θέσεων στα αρχικά στάδια εκπαίδευσης (προνήπιο, νήπιο και δημοτικό) υποχρεωτικού χαρακτήρα.

Γενικά, είναι γνωστό ότι διερχόμαστε μια περίοδο η οποία συνδέεται με μια χαμένη, από αναπτυξιακής πλευράς, ελληνική δεκαετία. Ένας βασικός τρόπος μέσω του οποίου δημιουργούνται οι προϋποθέσεις της χαμένης αυτής δεκαετίας είναι η απαξίωση του ανθρωπίνου κεφαλαίου.

* Κάθε κείμενο που δημοσιεύεται στο InDeep Analysis εκφράζει και βαραίνει αποκλειστικά τον συντάκτη του. Οι αναλύσεις που δημοσιεύονται δεν συνιστούν συμβουλές για οποιουδήποτε είδους δραστηριότητα. Το InDeep Analysis δεν δεσμεύεται από τις πληροφορίες, τις απόψεις και τις αναλύσεις που δημοσιεύονται στην ψηφιακή πλατφόρμα του, και δεν φέρει απολύτως καμία ευθύνη για αυτές.