Ο ΤΥΠΟΣ ΩΣ «ΑΝΤΙΠΑΛΟΣ»

Ο ΤΥΠΟΣ ΩΣ «ΑΝΤΙΠΑΛΟΣ»

Η εχθρική σχέση μεταξύ των πολιτικών και των μέσων ενημέρωσης σε πολλές χώρες, ιδίως σε όσες υφίστανται οικονομική, πολιτική, αλλά και πολιτιστική κρίση, δεν είναι τόσο καινούργια, όσο υποστηρίζεται. Στην πράξη, είναι τόσο παλιά, όσο και η ίδια η σύγχρονη δημοκρατία. Όπως καταδεικνύει η ιστορία της μαζικής επικοινωνίας, από τις απαρχές του ο Τύπος αποτελούσε τον κριτή και ελεγκτή της εκάστοτε πολιτικής εξουσίας. Στην ιστορία του Τύπου, άλλωστε, υπάρχουν συχνές αναφορές για τη βία, που έχει ασκηθεί από την κρατική εξουσία στους τυπογράφους, στους εκδότες εφημερίδων και τους δημοσιογράφους. Ο αγώνας για την ελευθεροτυπία και τα δημοκρατικά και πολιτικά δικαιώματα αποτελούν μερικά από τα σημεία αναφοράς στην παγκόσμια ιστορία του Τύπου.

Όμως, η επιθετική ρητορική και οι συνεχείς επικρίσεις, όπως για παράδειγμα του Προέδρου Τραμπ ή Ευρωπαίων ή ακόμη κι εγχώριων κρατικών αξιωματούχων κατά των μέσων ενημέρωσης και των δημοσιογράφων έχουν κλιμακωθεί τα τελευταία χρόνια κι αυτό είναι κάτι νέο και εν δυνάμει επικίνδυνο για τη λειτουργία της δημοκρατίας. Ο κ. Τραμπ, ως πιο πρόσφατο παράδειγμα, έχει χαρακτηρίσει από τις πρώτες μέρες της προεδρικής θητείας τους δημοσιογράφους ως «ανέντιμους γυρολόγους» και «φορείς ψευδών ειδήσεων».1 Σε ένα tweet  χαρακτήρισε δε τα μεγάλης εμβέλειας παραδοσιακά (στα ελληνικά συστημικά) μέσα ενημέρωσης ως «εχθρούς του (αμερικανικού) λαού». Κάποιοι Αμερικανοί δημοσιογράφοι, όπως ο Καρλ Μπερνστάιν, που το 1972 σε συνεργασία με τον Μπομπ Γούντγουορντ, αποκάλυψαν το σκάνδαλο Watergate, αντέδρασαν έντονα, λέγοντας ότι «τέτοιους χαρακτηρισμούς, μόνον δικτάτορες είχαν χρησιμοποιήσει»2, αποσκοπώντας να δυσφημίσουν τα μέσα ενημέρωσης και να ακυρώσουν, όποιον τολμούσε να αμφισβητήσει την εξουσία τους. Στον ίδιο τόνο, άσκησε κριτική στον Τραμπ ακόμη και ο Ρεπουμπλικάνος γερουσιαστής Τζων ΜακΚέινέτσι αρχίζουν οι δικτάτορες»)3.

Για πολλούς, ωστόσο, μια τέτοια συμπεριφορά δεν είναι πρωτόγνωρη. Όπως έχει αναφέρει το περιοδικό "Politico": «Δεν υπάρχει πιο συνεπής πολιτική παράδοση στην Αμερική από τους εκάστοτε Προέδρους να προσπαθούν να απονομιμοποιήσουν τα ΜΜΕ». Τα παραδείγματα ουκ ολίγα. Ο Φραγκλίνος Ρούζβελτ έδωσε κάποτε σε ένα δημοσιογράφο το καπέλο του ηλίθιου και του είπε να καθίσει στη γωνία. Ο Πρόεδρος Τζον Άνταμς είχε υπογράψει διάταγμα, που ανέφερε ότι η ψευδής κριτική στην κυβέρνησή του αποτελούσε έγκλημα. Φίλα προσκείμενοι δημοσιογράφοι επισημαίνουν ότι οι επικρίσεις του Τραμπ οφείλονται στο ότι θεωρεί πως υποδαυλίζουν την προεδρία του και τους δείχνει έμπρακτα ότι, εάν «οι δημοσιογράφοι συμπεριφέρονται ως αντίπαλοι, θα τους μεταχειρίζεται ως αντιπάλους». Επιφανείς Αμερικανοί δημοσιογράφοι, όπως ο Τζέιμς Φάλοου, θεωρούν ότι αυτές οι «προειδοποιήσεις» είναι επιεικώς ανήκουστες. Όμως, κι άλλοι Πρόεδροι έχουν διαμαρτυρηθεί για τον τρόπο, με τον οποίο τους έχουν αντιμετωπίσει τα ΜΜΕ4. Ο κ. Τραμπ αυτό, που ουσιαστικά κάνει, σύμφωνα με τους επικριτές του, είναι να υποστηρίζει πως τα μέσα ενημέρωσης δεν έχουν κανένα δικαίωμα να του θέτουν ερωτήσεις, που θα προτιμούσε να μην απαντήσει ή να γράψουν θέματα, που κρίνει αρνητικά και άδικα.

Με τον ιδιαίτερα δεικτικό τρόπο του, ο Πρόεδρος Τραμπ, για πολλούς αναλυτές, θεωρεί ότι το σύνολο των μέσων ενημέρωσης θα πρέπει να προβάλλει το έργο του προέδρου, όπως το δίκτυο Fox News, το οποίο, παρεμπιπτόντως, αποκαλεί «πολύ έντιμο». Για κάποιους άλλους, οι στόχοι του είναι πιο διφορούμενοι. Σύμφωνα με τον Μπρετ Στίβεν στο περιοδικό «Time»: «Όταν ο Τύπος τον πιάνει να λέει ένα από τα πολλά ψέματά του, όπως τον ισχυρισμό του ότι εκατομμύρια άνθρωποι ψήφισαν παράνομα στις εκλογές, ο κ. Τραμπ ανταποκρίνεται πάντα με το «Ε… λοιπόν, αυτό λέγεται από πολλούς»5. Πρόκειται για μια οργουελική προσέγγιση όχι μόνο απέναντι στα μέσα ενημέρωσης, αλλά στην έννοια της «αντικειμενικότητας», αν και για τους επικριτές του Προέδρου Τραμπ το μέλημα για την αλήθεια είναι η τελευταία του προτεραιότητα. Για κάποιους, αυτή η τακτική δεν έχει αποτελέσματα. Πρώτη απώλεια ήταν ο σύμβουλος εθνικής ασφάλειας, Μάικλ Φλιν, που απομακρύνθηκε από τη θέση του, μετά τα επικριτικά δημοσιεύματα.

Για τους μελετητές των ΜΜΕ, ο ρόλος των δημοσιογράφων είναι η αποκάλυψη παρά η συγκάλυψη γεγονότων, καταστάσεων και προσώπων. Για τους αναλυτές των ΜΜΕ, η αντιπαλότητα μεταξύ Τραμπ και ΜΜΕ, επαναφέρει την πανταχόθεν βαλλόμενη αξιοπιστία του Τύπου και τη θέση των μέσων ενημέρωσης, ως ενός από τους πιο σημαντικούς θεσμούς της σύγχρονης δημοκρατικής κοινωνίας. Ενώ για κάποιους άλλους, η επιθετικότητα του Προέδρου πρόσφερε ανάσες ζωής στα παραδοσιακά μέσα, καθώς αυξήθηκαν οι κυκλοφορίες των εφημερίδων, η τηλεθέαση ενημερωτικών προγραμμάτων, αλλά και η επισκεψιμότητα των ιστοσελίδων και των μέσων κοινωνικής δικτύωσης. Ας μην ξεχνάμε ότι, όπως έγραψε και το περιοδικό «Economist», η εμμονή του Τραμπ με το Twitter έδωσε νέα πνοή σε αυτό το κοινωνικό μέσο, που είχε αρχίσει να αντιμετωπίζει προβλήματα. 

Ενδεχομένως όλα αυτά να είναι τα λεγόμενα «σημάδια των καιρών». Οι πολιτικοί έχουν χρησιμοποιήσει ένα σωρό εναλλακτικές «αλήθειες» για να αναρριχηθούν στην εξουσία, γνωρίζουν ότι οι πράξεις τους δεν παράγουν τα επιδιωκόμενα αποτελέσματα και αντί να είναι μετριοπαθείς και ψύχραιμοι, αντιθέτως ακολουθούν μια σταθερά επιθετική επικοινωνιακή πολιτική προς τους δημοσιογράφους και τα μέσα ενημέρωσης, που τους ασκούν κριτική στην αγωνιώδη προσπάθειά τους να αλλάξουν τη θεματολογία. Πόσο θα κρατήσει, όμως, ένα τέτοιο στρατηγικό αφήγημα, το οποίο δεν πείθει; Τα παραδοσιακά παραμύθια και η λαϊκή θυμοσοφία δίνουν πάντα την απάντηση!

Όμως, η διαπάλη για την υπεροχή μεταξύ των πολιτικών, δημοσιογράφων και μέσων ενημέρωσης έχει οδηγήσει σε μια καθόλου ευνοϊκή κάλυψη και σχολιασμό της πολιτικής και ίσως, επακόλουθα, στην αύξηση του κυνισμού των πολιτών απέναντι τόσο στους πολιτικούς, όσο και στα μέσα ενημέρωσης και τους δημοσιογράφους. Τα νέα μέσα ενημέρωσης δεν διαφέρουν στην ουσία από τα παλαιότερα, στην πράξη λειτουργούν με γνώμονα τα ίδια, αν και κεκαλυμμένα οικονομικά κίνητρα και η δημόσια δυσαρέσκεια έχει απογειωθεί, καθώς πολλαπλασιάζεται από "post" σε "post" και τα συνακόλουθα like. Αν και το μέλλον της πολιτικής επικοινωνίας δεν είναι προδιαγεγραμμένο, υπάρχουν λόγοι τόσο για αισιοδοξία, όσο και για ανησυχία.

 


 

Βιβλία & Συμμετοχή σε Συλλογικές Εκδόσεις

  •  
  • 1 από 4

Συνεντεύξεις

Συνεντεύξεις: