ΔΟΚΙΜΑΣΙΕΣ (ΤΕΣΤ) ΤΡΟΦΙΚΗΣ ΔΥΣΑΝΕΞΙΑΣ ΚΑΙ ΕΦΑΡΜΟΓΕΣ ΣΕ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΑ ΑΠΩΛΕΙΑΣ ΒΑΡΟΥΣ

ΜΥΘΟΙ ΚΑΙ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ ΓΙΑ ΤΗ ΣΩΣΤΗ ΔΙΑΤΡΟΦΗ

ΔΟΚΙΜΑΣΙΕΣ (ΤΕΣΤ) ΤΡΟΦΙΚΗΣ ΔΥΣΑΝΕΞΙΑΣ ΚΑΙ ΕΦΑΡΜΟΓΕΣ ΣΕ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΑ ΑΠΩΛΕΙΑΣ ΒΑΡΟΥΣ

Τα τεστ δυσανεξίας έχουν αποτελέσει για πολλά χρόνια μια διαδεδομένη μέθοδο, στα αποτελέσματα της οποίας στηρίζονταν πολλά διαιτολογικά κέντρα για να εφαρμόσουν παρεμβάσεις απώλειας βάρους.

Θα επιχειρηθεί να παρουσιαστεί συνοπτικά το θέμα αυτό, σε συνεργασία με τον μαθητή μου και νυν συνεργάτη μου κύριο Τζώρτζη Νομικό, Επίκουρο Καθηγητή του Χαροκοπείου Πανεπιστημίου, παραμένοντας στο σχολιασμό της επιστημονικής αξίας αυτών των μεθόδων και όχι στο νομοθετικό πλαίσιο που διέπει την εφαρμογή τους.

Ως τροφική δυσανεξία χαρακτηρίζεται η οποιαδήποτε παθολογική απόκριση του οργανισμού στην κατανάλωση συγκεκριμένων συστατικών των τροφίμων. Τα συστατικά αυτά μπορεί να είναι φυσιολογικά μόρια, που απαντούν στα τρόφιμα ή πρόσθετα/συντηρητικά κατά τη βιομηχανική επεξεργασία των τροφίμων. Η απόκριση στο τεστ δυσανεξίας δεν είναι απαραίτητα ανοσολογική (όπως συμβαίνει στις τροφικές αλλεργίες) και μπορεί να οφείλεται σε μεταβολικές, φαρμακολογικές ή τοξικές επιδράσεις των συστατικών της τροφής. Κλασικά παραδείγματα τροφικής δυσανεξίας είναι η δυσανεξία στη λακτόζη και η δυσανεξία στη γλουτένη (κοιλιοκάκη).     

Ωστόσο, τα περισσότερα τεστ δυσανεξίας αναφέρονται στην τροφική υπερευαισθησία (τύπου IV, υπερευαισθησία επιβραδυνομένου τύπου, κατά Goombs και Gell) η οποία είναι μια καθυστερημένη αλλεργική αντίδραση, που προκαλείται από συγκεκριμένα, για κάθε άνθρωπο, διατροφικά συστατικά. Κατά την αντίδραση αυτή, ο οργανισμός παράγει τύπου IgG αντισώματα σε απόκριση του αλλεργιογόνου παράγοντα. Τα συμπτώματα μπορούν να εμφανιστούν μετά από ώρες έως και μερικές μέρες (εξ΄ου και καθυστερημένη αλλεργική αντίδραση) από την κατανάλωση των συστατικών και περιλαμβάνουν μεταξύ άλλων δύσπνοια, πρήξιμο, ερύθημα, αναφυλαξία, κνίδωση (έκζεμα), επιπεφυκίτιδα, ρινόρροια, ρινίτιδα, άσθμα, γαστρεντερίτιδα, ταχυπαλμία, εφίδρωση κ.α. Αντιθέτως, οι κλασικές τροφικές αλλεργίες (τύπου I, υπερευαισθησία άμεσου τύπου, κατά Goombs και Gell), εμφανίζουν εντονότερα συμπτώματα άμεσα (π.χ. πρήξιμο, αναφυλαξία, κνίδωση κ.α.) και χαρακτηρίζονται από παραγωγή τύπου IgE αντισωμάτων. Οι τροφικές υπερευαισθησίες με καθυστερημένη αλλεργική αντίδραση και παραγωγή IgG αντισωμάτων, αντιπροσωπεύουν ένα 80% των αλλεργικών αντιδράσεων των τροφών στους ανθρώπους, ενώ το άλλο 20% αντιπροσωπεύει την κλασική τροφική αλλεργία με άμεση αλλεργική αντίδραση και παραγωγή IgE αντισωμάτων, που όλοι γνωρίζουμε.

Ο πλέον ενδεδειγμένος και αποδεκτός, από την επιστημονική κοινότητα, τρόπος ανίχνευσης των τροφικών δυσανεξιών είναι οι ελεγχόμενες δίαιτες αποκλεισμού. Σύμφωνα με αυτή την τεχνική, γίνεται εκλεκτικός αποκλεισμός από τη δίαιτα του ασθενούς συγκεκριμένων τροφών, για τις οποίες υπάρχουν ενδείξεις δυσανεξίας και παρατηρούνται τα συμπτώματα. Αν τα συμπτώματα υποχωρήσουν μετά τον αποκλεισμό ενός τροφίμου από το καθημερινό διαιτολόγιο και επανέλθουν με τη σταδιακή επανεισαγωγή του στο διαιτολόγιο, τότε αυτό αποτελεί πιστοποίηση της δυσανεξίας στο συγκεκριμένο τρόφιμο. Η μέθοδος αυτή είναι κοπιαστική, χρονοβόρα, απαιτεί εξειδικευμένο προσωπικό, αλλά είναι η μόνη που μπορεί να δώσει αξιόπιστα αποτελέσματα για τα τρόφιμα, που μπορούν να προκαλούν τροφική δυσανεξία στον κάθε άνθρωπο ξεχωριστά.   

Ωστόσο, τα τελευταία χρόνια, έχουν εμφανιστεί στο εμπόριο πλήθος τεστ για την ανίχνευση των τροφικών δυσανεξιών. Ωστόσο, για τα περισσότερα από αυτά, οι βιοχημικοί/βιοφυσικοί μηχανισμοί, πάνω στους οποίους στηρίζεται η λειτουργία τους καθώς και η διαγνωστική τους αξία, είναι αμφισβητήσιμοι από την επιστημονική κοινότητα.

Χαρακτηριστικά αναφέρονται και σχολιάζονται παρακάτω κάποια τεστ δυσανεξίας:  

Το τεστ βιοανάδρασης-βιοσυντονισμού υποστηρίζει ότι μπορεί να προσδιορίσει τροφές που προκαλούν δυσανεξία, μετρώντας τη συμβατότητά τους με μαγνητικά πεδία των ιστών. Η ηλεκτρομαγνητική απόκριση στην τροφή μετριέται με μηχανήματα «βιοανίχνευσης/βιοσυντονισμού», τα οποία στην πραγματικότητα είναι απλά γαλβανόμετρα με ηλεκτρόδια, τα οποία μετρούν τη διαφορά ηλεκτρικής αγωγιμότητας του σώματος σε σύγκριση με αυτή των τροφών. Κλινικές έρευνες έχουν δείξει ότι τα τεστ αυτά δεν έχουν καμία επαναληψιμότητα και καμία διαγνωστική αξία, ενώ το 1999 το βρετανικό συμβούλιο προτύπων διαφήμισης τόνισε ότι οι διαγνωστικοί ισχυρισμοί των μηχανημάτων βιοσυντονισμού είναι ανυπόστατοι και αναληθείς. 

Το τεστ κλινικής μικρoσκοπίας (live blood analysis) στηρίζεται στη μικροσκοπική εξέταση μίας σταγόνας αίματος, από την οποία τα τεστ αυτά υποστηρίζουν ότι μπορούν να ανιχνεύσουν ανωμαλίες στην πήξη του αίματος, ορμονολογικές διαταραχές, οξειδωτικό στρες, δυσανεξίες στα τρόφιμα και γενικότερα φθορές αιματικών κυττάρων. Για την επιστημονική κοινότητα είναι προφανές ότι μία μικροσκοπική ανάλυση δεν μπορεί να δώσει όλες αυτές τις πληροφορίες.  

Τα λευκοκυτταροτοξικά τεστ (Alcat ή Νutron test) βασίζονται στην επώαση λευκοκυττάρων του ασθενή με εκχυλίσματα τροφίμων, τα οποία έχουν υποστεί «τεχνητή πέψη», αφού έχουν έρθει σε επαφή με ένζυμα του γαστρεντερολογικού σωλήνα. Από εκεί και πέρα, είτε γίνεται παρατήρηση των αλλαγών των φαινοτυπικών χαρακτηριστικών των λευκοκυττάρων στο μικροσκόπιο, είτε μετρώνται βιοχημικοί δείκτες ενεργοποίησής τους, ως ένδειξη υπερευαισθησίας στα εκχυλίσματα. Αυτά τα in vitro κυτταρικά τεστ σε καμία περίπτωση δεν μπορούν να προσομοιάσουν τις πραγματικές in vivo συνθήκες της πέψης και της λευκοκυτταρικής ενεργοποίησης από συστατικά των τροφίμων, οι οποίες διαφοροποιούνται σημαντικά από άνθρωπο σε άνθρωπο, ακόμα και για το ίδιο τρόφιμο. Δεν μπορούν, συνεπώς, να έχουν καμία διαγνωστική αξία για τις τροφικές δυσανεξίες και μπορούν να δώσουν μόνο ενδείξεις για την απόκριση ενός ανθρώπου σε συγκεκριμένα τρόφιμα. Για τους παραπάνω λόγους, η αξιοπιστία αυτών των τεστ είχε αρχίσει να κλονίζεται από τη δεκαετία του 1970.

Τα κινησιολογικά τεστ βασίζονται στην ιδέα ότι συγκεκριμένα τρόφιμα προκαλούν μία ενεργειακή ανισορροπία στο σώμα, η οποία ανιχνεύεται με τη μέτρηση της απόκρισης του μυός στο τρόφιμο, το οποίο ο ασθενής κρατά μέσα σε γυάλινο δοχείο. Ωστόσο, δεν υπάρχουν μελέτες που να αποδεικνύουν τη διαγνωστική αξία αυτής της μεθόδου.

Τα τεστ δυσανεξίας με αντίδραση αντισωμάτων IgG είναι αιματολογικά και βασίζονται στη μέτρηση της ποσότητας των αντισωμάτων IgG (συνήθως IgG4) έναντι συγκεκριμένων τροφικών αντιγόνων, που μπορούν να υπάρχουν στο αίμα κάθε ανθρώπου. Πλην των άλλων, δεν έχουν βρεθεί συσχετίσεις των επιπέδων των αντισωμάτων αυτών με κλινικά συμπτώματα δυσανεξίας, ενώ δεν υπάρχει καμία μελέτη στην επιστημονική βιβλιογραφία που να εκτιμά τη διαγνωστική αξία αυτών των τεστ. Πρέπει, επίσης, να σημειωθεί ότι ο τρόπος παρασκευής των αντιγόνων σε αυτά τα τεστ είναι, τις περισσότερες φορές, άγνωστος στην επιστημονική κοινότητα αλλά και αμφισβητήσιμος, αφού μπορεί να περιέχονται σε αυτά και προσμίξεις αντιγόνων, που έχουν προκύψει από την εκχύλιση των αντιγόνων από τα τρόφιμα (οργανικοί διαλύτες, μικροβιακά αντιγόνα), τα οποία μπορούν να δώσουν, ψευδώς, θετικά αποτελέσματα. Για τους παραπάνω λόγους, πολλές έγκριτες επιστημονικές εταιρείες (όπως European Academy of Allergy and Clinical Immunology, National Institute of Clinical Excellence, American Academy of Allergy, Asthma and Immunology, American College of Allergy, Asthma and Immunology, National Institute of Allergy and Infectious Diseases, Australasian Society of Clinical Immunology and Allergy) απορρίπτουν τα τεστ μέτρησης IgG αντισωμάτων, θεωρώντας ότι δεν είναι αξιόπιστα εργαλεία ανίχνευσης τροφικών δυσανεξιών.  

Συμπερασματικά, μπορεί να διατυπωθεί η άποψη ότι αυτή τη στιγμή δεν υπάρχουν στο εμπόριο αξιόπιστα και πιστοποιημένα για τη διαγνωστική τους αξία κλινικά τεστ ανίχνευσης τροφικών δυσανεξιών.

Οι υποστηρικτές της σχέσης τροφικής δυσανεξίας και διατροφικών διαταραχών στηρίζονται σε αποσπασματικές βιοχημικές μελέτες, οι οποίες όμως δεν έχουν επιβεβαιωθεί στη κλινική πράξη. Συγκεκριμένα, υποστηρίζουν ότι οι τροφικές δυσανεξίες ή καλύτερα οι τροφικές υπερευαισθησίες, μέσω της ανοσολογικής απόκρισης και της έκκρισης «χυμικών» μεσολαβητών μπορούν να επάγουν: α) κατακράτηση υγρών, β) αναστολή της λιπόλυσης, γ) διατροφικές εξαρτήσεις, αύξηση της όρεξης και υπερφαγία, δ) μείωση του βασικού μεταβολικού ρυθμού.   

Ωστόσο, σήμερα, η συστηματική αναζήτηση στις πλέον αξιόπιστες και αναλυτικές βιβλιογραφικές βάσεις δεδομένων δείχνει ότι δεν υπάρχει ούτε μία κλινική επιστημονική μελέτη, που να συσχετίζει τις τροφικές δυσανεξίες με την παχυσαρκία, την ικανότητα απώλειας / πρόσληψης βάρους και γενικότερα τις διατροφικές διαταραχές. Παράλληλα, καμία τυχαιοποιημένη κλινική μελέτη δεν έχει αποδείξει ότι η θεραπεία των τροφικών δυσανεξιών μπορεί να υποβοηθήσει στην απώλεια βάρους. Συνεπώς, τα επιστημονικά δεδομένα αυτή τη στιγμή δεν υποστηρίζουν ότι η ανίχνευση και θεραπεία των τροφικών δυσανεξιών μπορεί να βοηθήσει σε προγράμματα απώλειας βάρους, στη μείωση της παχυσαρκίας και στη βελτίωση των διατροφικών διαταραχών.

Σύμφωνα με τα παραπάνω, η χρησιμοποίηση των τεστ δυσανεξίας σε προγράμματα απώλειας βάρους δεν έχει καμία επιστημονική βάση, αφενός γιατί τα τεστ που χρησιμοποιούνται δεν έχουν διαγνωστική αξία, αφετέρου γιατί οι τροφικές δυσανεξίες δεν σχετίζονται με την απώλεια βάρους. Συνεπώς, τα τεστ αυτά δεν πρέπει να χρησιμοποιούνται σε διαιτολογικά κέντρα ως εργαλεία που θα καθορίζουν τα προγράμματα απώλειας βάρους, αφενός γιατί δεν έχουν κανένα αποτέλεσμα, αφετέρου γιατί μπορούν να οδηγήσουν σε σημαντικές διατροφικές ελλείψεις με τον αποκλεισμό τροφών, που σύμφωνα με το τεστ θεωρείται ότι μπορούν να προκαλέσουν τροφικές δυσανεξίες.


Διαβάστε εδώ την εισαγωγή της ενότητας άρθρων με θέμα: «ΜΥΘΟΙ ΚΑΙ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ ΓΙΑ ΤΗ ΣΩΣΤΗ ΔΙΑΤΡΟΦΗ».


Διαβάστε εδώ το πρώτο άρθρο της ενότητας: «ΑΥΓΟ ΚΑΙ ΚΑΡΔΙΑΓΓΕΙΑΚΑ ΝΟΣΗΜΑΤΑ».


Διαβάστε εδώ το δεύτερο άρθρο της ενότητας: «ΤΙ ΣΗΜΑΙΝΟΥΝ ΤΑ "Ε" ΣΤΑ ΤΡΟΦΙΜΑ: ΕΙΝΑΙ ΚΑΛΟ Η' ΚΑΚΟ;»

 


Ενδεικτική βιβλιογραφία:

Lessof, M.H. and Kemeny, D.M., Non-IgE-mediated reactions to food: how much is allergic? Ann Allergy 1987; 59:90-92.

Halpern, G.M. and Scott, J.R., Non-IgE antibody mediated mechanisms in food allergy. Ann Allergy 1987; 58:14-27.

Anderson, J.A., Non-immunologically mediated food sensitivity. Nutri. Rev. 1984; 42(3):109-116.

Pastorella, E.A., Pravettoni, V., Bigi, A., et al. IgE-mediated food allergy. Ann Allergy 1987; 59:82-89.

Allergy: Conventional and alternative concepts. The Royal College of Physicians, London, in Clin Exp Allergy: 22 :suppl 3 ;Oct. 1992

Lee, T.H., The immunopathogenesis and clinical management of food hypersensitivity. Compr. Ther. 1985; 11(6):38-45.

Katelaris CH, Weiner J et al.Vega testing in the diagnosis of allergic conditions. Med J Australia 1991; 155:113-114

Bahna, S.L., Diagnostic tests for food allergy. Clin. Rev. Allergy 1988; 6:259-283.

Nakagawa, T., The role of IgG subclass antibodies in the clinical response to immunotherapy in allergic disease. Clin Exp. Allergy 1991; 21:289-96.

Measurement of Specific and Nonspecific IgG4 levels as Diagnostic and Prognostic Tests for Clinical Allergy. Position Statement 28, 1996 America Academy of Allergy, Asthma and Clinical Immunology.

Shah R, Greenberger PA., Chapter 29: Unproved and controversial methods and theories in allergy-immunology., Allergy Asthma Proc. 2012 May-Jun;33 Suppl 1:S100-2

Teuber SS, Porch-Curren C., Unproved diagnostic and therapeutic approaches to food allergy and intolerance., Curr Opin Allergy Clin Immunol. 2003 Jun;3(3):217-21.

Parish, W.E., Short term anaphylactic IgG antibodies in human sera. Lancet 1970; ii:591-2.

Stanworth, D.R., Immunochemical aspects of human IgG4. Clin. Rev. Allergy 1983; 1:183-95.

Brighton, W.D., Frequency of occurrence of IgG (S-TS). Clin. Allergy 1980; 10:97-100.

Wintroub, B.U., and Soter, N.A., Biology of the mast cell and its role in cutaneous inflammation. Springer Semin. Immunopathol. 1981; 4:55.

Ownby, D.R., Allergy Testing: In vivo versus in vitro. Pediatr. Clin. N.A. 1988; 35:995-1009.

Bjorksten, B. New diagnostic methods in food allergy. Ann Allergy 1987; 59:150-152.

Lewith GS, Kenyon JN et al. Is electro dermal testing as effective as Skin Prick Testing for diagnosing allergies? A double blind randomised block design study. BMJ 2001; 322:131-134

British Advertising Standards Organization. Adjudication: Allergy Testing Service, May 1999.

Lieberman P, Crawford L et al. Controlled study of cytotoxic food test. JAMA 1975; 231:728-30

Lay Advisory Committee. Allergy and allergy tests: A guide for patients and relatives. The Royal College of Pathologists (London) June 2002:1-10

Kihlstrom A, Hedlin G et al. Immunoglobulin G4-antibodies to rBet v 1 and risk of sensitisation and atopic disease in the child. Clin Exp Allergy 2005; 35: 1542-49

Enrique E, Pineda F et al. Sublingual immunotherapy for hazelnut food allergy: a randomized, double-blind, placebo-controlled study with a standardized hazelnut extract. J Allergy Clin Immunol 2005; 116(5) 1073-9

Stapel SO, Asero R al. Testing for IgG4 against foods is not recommended as a diagnostic tool: EAACI Task Force Report. Allergy 2008; 63 (7) 793-796

G.Gavura S., IgG Food Intolerance Tests: What does the science say? 

Βιβλία & Συμμετοχή σε Συλλογικές Εκδόσεις

  •  
  • 1 από 3

Συνεντεύξεις

Συνεντεύξεις: