«ΚΕΦΑΛΑΛΓΙΕΣ»: ΜΙΑ ΠΡΩΤΗ ΝΕΥΡΟΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΗ ΚΑΙ ΚΛΙΝΙΚΗ ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΗ

«ΚΕΦΑΛΑΛΓΙΕΣ»: ΜΙΑ ΠΡΩΤΗ ΝΕΥΡΟΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΗ ΚΑΙ ΚΛΙΝΙΚΗ ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΗ

Η ειδική γνώση της Λειτουργικής Νευροανατομίας (Functional Neuroanatomy) αποτελεί τη βασική προϋπόθεση στη διαγνωστική σκέψη και μεθοδολογία για την κατανόηση της παθολογίας και της κλινικής εικόνας των ασθενειών του Νευρικού Συστήματος. Θα μπορούσε να εκφραστεί και αφοριστικά ότι χωρίς τη βαθειά κατανόηση της Λειτουργικής Νευροανατομίας δεν είναι δυνατόν να ολοκληρωθεί η διαγνωστική προσέγγιση και προσπέλαση των παθήσεων του Νευρικού Συστήματος. Η Λειτουργική Νευροανατομία, η Παθοφυσιολογία του Νευρικού Συστήματος καθώς και οι μοριακοί μηχανισμοί της κυτταρικής λειτουργίας των νευρώνων αποτελούν τη βάση για την κατανόηση και για την κλινική εφαρμογή των Νευροεπιστημών και κυρίως της Νευροχειρουργικής, της Νευρολογίας και της Ψυχιατρικής. Τέλος, αποτελούν την ικανή και αναγκαία συνθήκη για μία όσο το δυνατόν ορθολογική θεραπευτική προσέγγιση του ασθενούς, που νοσεί από μία πάθηση που έχει προσβάλλει το Νευρικό Σύστημα.           

Με βάση αυτή την αρχή, θα κάνουμε μία πρώτη προσπάθεια κλινικής ερμηνείας και παρουσίασης του συμπτώματος: «κεφαλαλγία»

Η κεφαλαλγία αποτελεί ένα πάρα πολύ ευρύ ιατρικό θέμα και με ιδιαίτερη σημασία. Η ιδιαιτερότητα και η σημαντικότητα του θέματος σχετίζεται άμεσα και με τον ιατρό (ή τον επαγγελματία υγείας), που καλείται κυρίως άμεσα και σε οξείες και επείγουσες περιπτώσεις να αντιμετωπίσει μία κεφαλαλγία, αλλά και με τον ασθενή, ο οποίος (και ιδιαιτέρως στην περίπτωση που έχει πλήρες επίπεδο συνείδησης) επηρεασμένος από την κεφαλαλγία αισθάνεται έναν ιδιαίτερο φόβο και περιμένει από τον ιατρό άμεσα διάγνωση και θεραπεία.

Με βάση, λοιπόν, την ιδιαιτερότητα του θέματος, την «κεφαλαλγία» μπορούμε να την προσεγγίσουμε χρησιμοποιώντας διαφορετικούς τρόπους και διαφορετική μεθοδολογία. Εδώ, θα επικεντρωθούμε στις βασικές αρχές της Παθοφυσιολογίας, στην κλινική προσέγγιση του ασθενούς μέσα από τη θεώρηση της Λειτουργικής Νευροανατομίας, καθώς και στην επικινδυνότητα που μπορεί να υποκρύπτεται στο σύμπτωμα «κεφαλαλγία».

Αρχικά, θα αναφερθούμε στο διαχωρισμό και στη διαφοροποίηση μεταξύ πρωτοπαθούς και δευτεροπαθούς κεφαλαλγίας.

Στην πρωτοπαθή (ή ιδιοπαθή) κεφαλαλγία δεν διαπιστώνονται, κυρίως απεικονιστικά, στον ενδοκρανιακό χώρο παθολογοανατομικά (ή μορφολογικά) ευρήματα και η κεφαλαλγία είναι η ιδία νόσος.

Η δευτεροπαθής (ή συμπτωματική) κεφαλαλγία αποτελεί σύμπτωμα μίας συγκεκριμένης νόσου και εκδηλώνεται ως απότοκος οργανικών αιτιών, όπως π.χ. μίας φλεγμονής στον ενδοκρανιακό χώρο ή της αύξησης της ενδοκράνιας πίεσης ή της χωροκατακτητικής δράσης ενός αυτόματου εγκεφαλικού αιματώματος.

Πριν προχωρήσουμε περαιτέρω στην κλινική περιγραφή και αξιολόγηση της κεφαλαλγίας, πρέπει να κάνουμε ορισμένες επισημάνσεις σχετικά με την Παθοφυσιολογία της κεφαλαλγίας.

Πιο συγκεκριμένα, το Τριδυμοαγγειακό Σύστημα (Trigeminal-Vascular System) έχει προεξάρχουσα σημασία στη Φυσιολογία και στην Παθοφυσιολογία της λειτουργικότητας των αγγείων του εγκεφάλου και των μηνίγγων (ιδιαιτέρως της σκληρής μήνιγγας). Το Τριδυμοαγγειακό Σύστημα απαρτίζεται από νεύρα, τα οποία προέρχονται (ή εκφύονται) από το γάγγλιο του τριδύμου και των νευρώνουν, τα αγγεία των μηνίγγων και του εγκεφάλου.  

Το τρίδυμο νεύρο αποτελεί τη μοναδική κεντρομόλο αισθητική οδό νεύρωσης των μηνιγγικών και εγκεφαλικών αγγείων και κατ` αυτόν τον τρόπο είναι η κύρια αισθητική οδός του πόνου από τα μηνιγγικά και από τα εγκεφαλικά αγγεία. Έτσι, τόσο τα εν λόγω αγγεία όσο και οι μήνιγγες, που περιβάλλουν τον εγκέφαλο, είναι οι βασικές ανατομικές οντότητες (μαζί με τα οστά του κρανίου), από τις οποίες μπορεί δυνητικά να εκλυθεί το αίσθημα του «άλγους της κεφαλής», δηλαδή «πονάει το κεφάλι μου», εφόσον ο εγκέφαλος είναι ένα ανώδυνο όργανο. Δηλαδή, ενώ το εγκεφαλικό παρέγχυμα δέχεται, επεξεργάζεται και αντιδρά στο «αίσθημα του άλγους» από όλο το σώμα, το ίδιο δεν «πονάει».

Γι` αυτόν άλλωστε το λόγο, ενημερωτικά και συμπληρωματικά να αναφέρουμε ότι σε εντελώς συγκεκριμένες περιπτώσεις με εξειδικευμένες ενδείξεις και υπό δεδομένες κλινικές προϋποθέσεις, έχει επιτευχθεί  η χειρουργική του εγκεφάλου με τον ασθενή σε επίπεδο επικοινωνίας και αφυπνισμένο.

Τέλος, το Τριδυμοαγγειακό Σύστημα συμμετέχει και με ένα φυγόκεντρο σκέλος στην περιφερική νεύρωση, καθώς και στην αντίδραση ή στον τρόπο αντίδρασης αυτών των αγγείων, κατά κανόνα με τη μορφή της αγγειοσύσπασης ή της αγγειοδιαστολής, επί επενέργειας διαφόρων και ομόλογων ερεθισμάτων και ιδίως όσον αφορά στα μηνιγγικά αγγεία, διότι τα εγκεφαλικά αγγεία παρουσιάζουν και έναν επιπλέον και πρωτεύοντα ιδιαίτερο μηχανισμό αυτορρύθμισης.

Κατ` αυτόν τον τρόπο, οι περιφερικές νευρικές ίνες των διπολικών νευρώνων του μηνοειδούς γαγγλίου του τριδύμου καταλήγουν σε σύναψη με τα αγγεία (ή καλύτερα με το τοίχωμα των αγγείων) του εγκεφάλου, που βρίσκονται κυρίως στη βάση του κρανίου, όπως επίσης και με εγκεφαλικά αγγεία που βρίσκονται κοντά στη βάση του κρανίου. Επίσης, αυτές οι περιφερικές νευρικές ίνες έρχονται σε σύναψη και με τα αγγεία του εγκεφάλου που διέρχονται από τη λεπτή μήνιγγα (Pia mater), όπως και με τα αγγεία της σκληρής μήνιγγας.

Οι κεντρικές νευρικές ίνες των διπολικών κυττάρων του μηνοειδούς γαγγλίου, που άγουν ερεθίσματα άλγους, καταλήγουν στο νωτιαίο πυρήνα του τριδύμου.

Σημαντικό στοιχείο για την Παθοφυσιολογία της κεφαλαλγίας είναι και η βασική γνώση της Λειτουργικής Νευροανατομίας ότι μαζί με τις αισθητικές περιφερικές νευρικές ίνες του τρίδυμου νεύρου συμπορεύονται και οι συμπαθητικές νευρικές ίνες από το άνω αυχενικό γάγγλιο του συμπαθητικού αυτόνομου νευρικού συστήματος.

Επίσης, στο σημείο αυτό να επισημάνουμε ότι στα σώματα των νευρώνων του γάγγλιου Gasseri του τρίδυμου νεύρου εντοπίζονται πεπτίδια με δυνητικά αγγειοδιασταλτική δράση. Αυτά είναι κυρίως: η ουσία P (Substance P), η νευροκινίνη Α (Neurocinine A) και το πεπτίδιο CGRP (Calcitonine Gen-Related Peptide).

Με βάση λοιπόν το γεγονός, όπως προαναφέρθηκε, ότι ο εγκέφαλος είναι ένα ανώδυνο όργανο, δηλαδή ενώ επεξεργάζεται την αίσθηση του άλγους από ολόκληρο το σώμα, ο ίδιος ως όργανο δεν «νευρώνεται» αισθητικά, το Τριδυμοαγγειακό Σύστημα έχει μία επιπλέον λειτουργία και συγκεκριμένα αυτή της προστασίας του εγκεφάλου από δυνητικά επιβλαβείς επιδράσεις. Αυτό ισχύει, διότι το Τριδυμοαγγεικό Σύστημα συμμετέχει σε μία φυσιολογική λειτουργία-αντίδραση, δηλαδή στην «κεφαλαλγία», η οποία δυνητικά μπορεί να έχει προστατευτική σημασία για τον εγκέφαλο και να είναι, ανάλογα και με την επικινδυνότητά της, που θα εξετάσουμε και στη συνέχεια, ένα «συναγερμικό» ή ένα «προειδοποιητικό» σύμπτωμα.

Έτσι, η κλινική προσέγγιση του ασθενούς με κεφαλαλγία έχει τεράστια σημασία, τόσο για την κατηγοριοποίηση της κεφαλαλγίας σε πρωτοπαθή και σε δευτεροπαθή, όσο και για την τελική διάγνωση αυτής.

Πάρα πολύ σημαντικές, κατά τη λήψη του ιστορικού από τον ασθενή, είναι οι πληροφορίες σχετικά με:

  • Την τοπογραφία της κεφαλαλγίας, δηλαδή που εντοπίζεται αρχικά ο πόνος στο κεφάλι και κατόπιν εάν επεκτείνεται και προς ποια κατεύθυνση της κεφαλής.

  • Τη διάρκεια της κεφαλαλγίας, με τη χρονική της εξέλιξη και πορεία, καθώς και με τη συχνότητα εμφάνισης αυτής.

  • Τυχόν παράγοντες έκλυσης, επιδείνωσης ή και ύφεσης της κεφαλαλγίας.

  • Την ένταση της κεφαλαλγίας και πιθανές διακυμάνσεις αυτής.

  • Την ιδιαίτερη περιγραφή του χαρακτήρα και των στοιχείων της κεφαλαλγίας.

  • Ενδεχόμενη φαρμακευτική αγωγή που έχει (ήδη) εφαρμοστεί.

  • Τυχόν επιπλέον συμπτώματα που προηγούνται ή συνοδεύουν (ή σπανιότερα έπονται) της οξείας και βασικής κρίσης της κεφαλαλγίας, όπως είναι π.χ. ο πυρετός, η δακρύρροια, η ρινόρροια, η ναυτία, η τάση προς εμετό (ή ο εμετός), οι διαταραχές στην όραση καθώς και αισθητικές ή άλλες νευρολογικές διαταραχές.

Μετά την προσεκτική λήψη του ιστορικού, όπως σε κάθε περίπτωση κλινικής εκτίμησης, πρέπει στον ασθενή με κεφαλαλγία να διενεργηθεί μία πλήρης και λεπτομερής αντικειμενική νευρολογική εξέταση, έχοντας ως σημείο αναφοράς τα βασικά συμπτώματα του ασθενούς και ενίοτε αυτή να συμπληρωθεί και από μία παθολογική εξέταση.

Στο σημείο αυτό, παρενθετικά, να αναφέρουμε ότι όλα τα πιο πάνω σχετικά με το ιστορικό και την κλινική εξέταση σε ασθενή με κεφαλαλγία ισχύουν στην περίπτωση κατά την οποία ο ασθενής έχει πλήρες επίπεδο συνείδησης και η κλινική του εικόνα δεν είναι επείγουσα. Σε ασθενή με διαταραχή του επιπέδου συνείδησης, η κλινική εκτίμηση και προσπέλαση είναι διαφορετική.

Είναι πάρα πολύ σημαντικό το γεγονός ότι, κατά κανόνα, διαμέσου του ιστορικού και της κλινικής εξέτασης μπορεί να διαφοροδιαγνωστεί η πρωτοπαθής από τη δευτεροπαθή κεφαλαλγία και στην περίπτωση της δευτεροπαθούς κεφαλαλγίας να εντοπιστεί ο νοσογόνος παράγοντας ή η νοσογόνος αιτία που την προκαλεί.

Η νευρολογική εξέταση στην πρωτοπαθή κεφαλαλγία, εξ ορισμού, δεν αναδεικνύει παθολογικά ευρήματα, δηλαδή η κλινική εξέταση είναι φυσιολογική. Εάν στη νευρολογική εξέταση διαπιστωθούν παθολογικά ευρήματα ή σημεία, τότε αυτό αποτελεί μία ιδιαιτέρως βάσιμη υπόνοια ότι πρόκειται για μία δευτεροπαθή κεφαλαλγία, η οποία πρέπει διαγνωστικά να διερευνηθεί με επιπλέον εξετάσεις.

Εδώ, να αναφέρουμε ότι δεν υπάρχει απεικονιστική ή άλλη εξέταση, που να επιβεβαιώνει τη συγκεκριμένη διάγνωση ή το συγκεκριμένο τύπο μίας πρωτοπαθούς κεφαλαλγίας. Κατ` αυτόν τον τρόπο μία απεικονιστική εξέταση (ή άλλη εξέταση), εάν είναι αρνητική, ουσιαστικά δεν επιβεβαιώνει τη διάγνωση της πρωτοπαθούς κεφαλαλγίας, αλλά αποκλείει τη διάγνωση της δευτεροπαθούς κεφαλαλγίας. Η διάγνωση της πρωτοπαθούς κεφαλαλγίας είναι, κατά κανόνα, μία κλινική διάγνωση κατά την οποία, επί αρνητικών κλινικών ευρημάτων, δεν απαιτείται η πραγματοποίηση απεικονιστικών εξετάσεων.

Οι κύριες ενδείξεις για την πραγματοποίηση απεικονιστικών εξετάσεων σε ασθενή με κεφαλαλγία είναι:

Α. Η εμφάνιση νευρολογικών συμπτωμάτων ή η διαπίστωση κλινικών ευρημάτων κατά την αντικειμενική εξέταση.

Β. Η αλλαγή της κλινικής εικόνας μίας ήδη γνωστής (και διαγνωσμένης) κεφαλαλγίας.

Γ. Μία άτυπη κλινική πορεία και εξέλιξη μίας κεφαλαλγίας στην οποία έχει τεθεί συγκεκριμένη διάγνωση, π.χ. ημικρανία ή κεφαλαλγία τάσεως.

Δ. Η πρώτη εμφάνιση μίας κεφαλαλγίας με άτυπο ιστορικό ή/και με μη εμφανή κλινικά ευρήματα.

Τέλος, να αναφέρουμε, επισημαίνοντας ότι, όταν σε έναν ασθενή με κεφαλαλγία υπάρχει μία τυπική κλινική εικόνα σε συνδυασμό με μία αντικειμενική εξέταση χωρίς παθολογικά ευρήματα, τότε σε μία απεικονιστική εξέταση η πιθανότητα που υφίσταται να ανευρεθεί κάποιο τυχαίο εύρημα χωρίς κλινική σημασία ή θεραπευτική αναγκαιότητα είναι πολύ μεγαλύτερη από την πιθανότητα να διαπιστωθεί ένα εύρημα, που να αποτελεί την αιτία της κεφαλαλγίας και να χρειάζεται θεραπευτική παρέμβαση.

Ως προς την απεικονιστική εξέταση εκλογής να τονίσουμε ότι αυτή είναι, κατά κανόνα, η Μαγνητική Τομογραφία (MRI ή MRT) εγκεφάλου. Προτιμητέα είναι η Αξονική Τομογραφία (CCT) εγκεφάλου, κυρίως σε μία επείγουσα διαγνωστική προσπέλαση, όπως π.χ. στην περίπτωση υπόνοιας ή αποκλεισμού ενός ενδοεγκεφαλικού αιματώματος ή ακόμα εάν ενδιαφέρει ιδιαιτέρως η απεικόνιση των οστών και των οστικών δομών του κρανίου.

Όπως προαναφέρθηκε, το «σύμπτωμα κεφαλαλγία» πολλές φορές μπορεί να έχει «συναγερμικό» ή «προειδοποιητικό» χαρακτήρα.

Συνεχίζοντας, θα εστιάσουμε στη δευτεροπαθή «επικίνδυνη» κεφαλαλγία, δηλαδή στην κεφαλαλγία με μεγάλη επικινδυνότητα για τη ζωή του ασθενούς.

Κατ` αυτό τον τρόπο, οι «σπουδαιότερες δευτεροπαθείς κεφαλαλγίες», αναφορικά με τη νοσολογική προσέγγιση αυτών, είναι η κεφαλαλγία σε έδαφος:

1. Υπερτασικής κρίσης ή κυρίως σε έδαφος υπερεπείγουσας αρτηριακής υπέρτασης.

2. Αύξησης της ενδοκράνιας πίεσης, όπως π.χ. σε μία χωροκατακτητική εξεργασία του εγκεφάλου.

3. Διαταραχής της κυκλοφορίας του εγκεφαλονωτιαίου υγρού (ΕΝΥ) και κυρίως στην περίπτωση της οξείας αποφρακτικής υδροκεφαλίας.

4. Απώλειας ΕΝΥ με συνοδό ελάττωση της πίεσης του ΕΝΥ, όπως μπορεί να συμβεί π.χ. στην περίπτωση απώλειας ΕΝΥ μετά από μία οσφυονωτιαία παρακέντηση (ΟΝΠ). Σε αυτή την περίπτωση η κεφαλαλγία εμφανίζεται ή επιδεινώνεται, χαρακτηριστικά, όταν ο ασθενής στέκεται όρθιος, ενώ υφίεται, όταν ο ασθενής βρίσκεται σε ύπτια θέση στο κρεβάτι.

5. Καλοήθους (ή ιδιοπαθούς) ενδοκράνιας υπέρτασης ή ψευδοόγκου εγκεφάλου (Pseudo tumor cerebri) όπου η κεφαλαλγία συνοδεύεται από διαταραχές του οπτικού πεδίου καθώς και από οίδημα της οπτικής θηλής (με διαταραχές της οπτικής οξύτητας).

6. Ενδοκρανιακών λοιμώξεων, όπως π.χ. στη μηνιγγίτιδα, όπου διαπιστώνεται και αυχενική δυσκαμψία καθώς και άλλα σημεία μηνιγγιτισμού, στην εγκεφαλίτιδα ή στο ενδοεγκεφαλικό απόστημα, όπου εδώ στη δημιουργία της κεφαλαλγίας συμμετέχει και η αύξηση της ενδοκράνιας πίεσης.

7. Αγγειακών παθήσεων, όπως π.χ. μιας υπαραχνοειδούς αιμορραγίας, ενός ενδοεγκεφαλικού αιματώματος, μιας θρόμβωσης σε φλεβώδη κόλπο του εγκεφάλου ή μιας εκτεταμένης εγκεφαλικής ισχαιμίας. Εδώ, πρέπει να επισημάνουμε ότι στην εκδήλωση της κεφαλαλγίας σημαντικός παράγοντας είναι και η αύξηση της ενδοκράνιας πίεσης που συνοδεύει, εξ ορισμού, αυτές τις παθήσεις ή παθολογίες.

8. Μετωπιαίας κολπίτιδας ή ιγμορίτιδας. Σε μία τέτοια περίπτωση η επικινδυνότητα σχετίζεται κυρίως με τις επιπλοκές που δυνητικά μπορεί να εμφανιστούν, εάν ο λοιμωξιογόνος παράγοντας είναι ισχυρός ή/και εάν δεν εφαρμοστεί άμεσα και σωστά η ενδεδειγμένη θεραπευτική αγωγή, καθώς και εξαιτίας της τοπογραφικής γειτνίασης με τον ενδοκρανιακό χώρο και ιδίως τον πρόσθιο κρανιακό βόθρο. Σε αυτές τις επιπλοκές να αναφέρουμε π.χ. τη μηνιγγίτιδα ή τη μηνιγγοεγκεφαλίτιδα, το ενδοεγκεφαλικό ή το επισκληρίδιο απόστημα, το υποσκληρίδιο εμπύημα, την οστίτιδα ή την οστεομυελίτιδα και τη φλεγμονή του οφθαλμικού κόγχου.

9. Κρίσης γλαυκώματος όπου, σε αυτή την κλινική περίπτωση, είναι έκδηλος και ο πολύ έντονος ερεθισμός του οφθαλμού.

10. Κροταφικής αρτηρίτιδας (ή γιγαντοκυτταρικής αρτηρίτιδας ή νόσος Horton, M.Horton). Η επικινδυνότητα της κροταφικής αρτηρίτιδας συνίσταται στο ότι η αγγειίτιδα (Vasculitis) αυτής της μορφής πολύ συχνά μπορεί να προσβάλει την κεντρική οφθαλμική αρτηρία του αμφιβληστροειδούς (ή και άλλους αρτηριακούς κλάδους στον αμφιβληστροειδή) με άμεσο επακόλουθο την τύφλωση. Γι` αυτόν το λόγο, έστω και με την υπόνοια ή με τη διάγνωση εργασίας ότι ο ασθενής μπορεί να νοσεί από κροταφική αρτηρίτιδα, πρέπει να αρχίζει αμέσως η φαρμακευτική αγωγή, η οποία συνίσταται στη χορήγηση κορτικοστεροειδών σε υψηλό δοσολογικό σχήμα (τουλάχιστον μέχρι ομαλοποίησης της ΤΚΕ). Στην κροταφική αρτηρίτιδα η κεφαλαλγία, χαρακτηριστικά, είναι συνεχής, εντοπίζεται κυρίως μετωπιαία και κροταφικά, ενίοτε αμφοτερόπλευρα, επιδεινώνεται κατά τη μάσηση και η κροταφική αρτηρία, κατά την ψηλάφηση, είναι σκληρή και με πάρα πολύ έντονη ευαισθησία στην αφή ή στην πίεση.

Ολοκληρώνοντας, θα κάνουμε και μία μικρή αναφορά στις πρωτοπαθείς (ή ιδιοπαθείς) κεφαλαλγίες. Στη διεθνή βιβλιογραφία υπάρχουν αρκετές, έως πολλές κατηγοριοποιήσεις, σχετικά με τις κεφαλαλγίες, καθώς και για τις πρωτοπαθείς κεφαλαλγίες ειδικότερα.

Έτσι, στις ιδιοπαθείς κεφαλαλγίες κατατάσσεται ένας μεγάλος αριθμός από κεφαλαλγίες με συγκεκριμένα χαρακτηριστικά ή με γνωρίσματα, που σε μεγάλο βαθμό τις διαφοροποιούν μεταξύ τους.

Όσον αφορά στις πρωτοπαθείς κεφαλαλγίες, θα αναφερθούμε σε μία ταξινόμηση, η οποία φαίνεται να είναι η περισσότερο προσπελάσιμη από πρακτικής και κλινικής θεώρησης.

Πιο συγκεκριμένα, τις πρωτοπαθείς κεφαλαλγίες μπορούμε να τις διακρίνουμε:

1. Στη χρόνια καθημερινή κεφαλαλγία (Chronic Daily Headache), η οποία περιλαμβάνει, κυρίως, α) την (επεισοδιακή ή χρόνια) κεφαλαλγία τάσεως και β) την κεφαλαλγία από αναλγητικά.

2. Στην οξεία ή παροξυσμική (ή παροξυντική) κεφαλαλγία, η οποία, κυρίως, περιλαμβάνει: α) την ημικρανία (με αύρα και χωρίς αύρα) και β) τις τριδυμοαυτόνομες (trigeminal-autonomic) κεφαλαλγίες.

Στις τριδυμοαυτόνομες κεφαλαλγίες κατατάσσονται, κυρίως:

i) Η επεισοδιακή και χρόνια αθροιστική κεφαλαλγία ή σύνδρομο Bing-Horton (Bing-Horton-Syndrome) ή κεφαλαλγία τύπου Cluster,

ii) Η επεισοδιακή και χρόνια παροξυσμική (ή παροξυντική) ημικρανική κεφαλαλγία (ή νευραλγία), και

iii) Το σύνδρομο SUNCT ή Short-lasting Unilateral Neuralgiform headache with Conjunctival injection and Tearing – Syndrome.

3. Στις λιγότερο συχνές ιδιοπαθείς κεφαλαλγίες, όπως είναι π.χ. η καλοήθης κεφαλαλγία κόπωσης, η κεφαλαλγία τύπου ακίδας ή η κεφαλαλγία του ύπνου (που εμφανίζεται πάντα την ίδια χρονική περίοδο πριν από τη βραδινή κατάκλιση στο κρεβάτι, σχεδόν κάθε βράδυ ή τουλάχιστον μία έως δύο φορές την εβδομάδα).

Θα ολοκληρώσουμε αυτή την παρουσίαση, κάνοντας μία συνοπτική περιγραφή στις τριδυμοαυτόνομες κεφαλαλγίες.

Κοινά βασικά γνωρίσματα που έχουν οι τριδυμοαυτόνομες κεφαλαλγίες είναι ότι ο παροξυσμός του άλγους διαρκεί (πολύ) σύντομο χρονικό διάστημα και συνοδεύεται από συμπτώματα εκ του αυτονόμου νευρικού συστήματος, τα οποία έχουν μικρή ή μεγάλη ένταση, εκδηλώνονται πάντα ομόπλευρα, δηλαδή από την ίδια πλευρά με την κύρια εστία και τοπογραφία του άλγους ενώ, τέλος, μπορεί και να εκλείπουν σε ένα μικρό ποσοστό της τάξης του 3-4%.

Τέτοια συμπτώματα εκ του αυτονόμου νευρικού συστήματος μπορεί να είναι π.χ.: ερυθρότητα του δέρματος, δακρύρροια, ερεθισμός του επιπεφυκότα (δίκην επιπεφυκίτιδας), ρινόρροια, οίδημα και πτώση του βλεφάρου, ρινική συμφόρηση και, ενίοτε, σύνδρομο Horner, για το οποίο πρέπει να επισημάνουμε ότι για την κατανόηση της σημειολογίας του και κυρίως για την ερμηνεία του, απαιτούνται εξειδικευμένες γνώσεις Λειτουργικής Νευροανατομίας.   

Καταλήγοντας και ολοκληρώνοντας, πρέπει να τονίσουμε τελικά ότι, αν και η «κεφαλαλγία» αποτελεί και είναι ένα σύνηθες και επαναλαμβανόμενο θέμα στην καθημερινή ιατρική πράξη, εντούτοις χρειάζεται πάντοτε ιδιαίτερη προσοχή η ερμηνεία και η διαγνωστική της προσέγγιση, αφενός για να αποφευχθούν διαγνωστικά λάθη, αφετέρου για να είναι αποτελεσματικότερη η θεραπεία αυτής.

Συνεντεύξεις

Συνεντεύξεις: