ΠΛΕΟΝΑΖΟΥΣΑ ΡΕΥΣΤΟΤΗΤΑ, ΑΡΝΗΤΙΚΑ ΕΠΙΤΟΚΙΑ ΚΑΙ ΠΟΣΟΤΙΚΗ ΧΑΛΑΡΩΣΗ

Ο μηχανισμός καταθέσεων της ΕΚΤ αποτελεί αναγκαίο εργαλείο άσκησης νομισματικής πολιτικής για την κεντρική τράπεζα του ευρώ. Ειδικότερα κατά τη διάρκεια της κρίσης εμπιστοσύνης στο ευρωπαϊκό χρηματοπιστωτικό σύστημα, ο βαθμός χρήσης του μηχανισμού από πλευράς εμπορικών τραπεζών αποτέλεσε ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα ένδειξη σχετικά με το επίπεδο αβεβαιότητας (Διάγραμμα 1). 

Η απροθυμία των ευρωπαϊκών τραπεζών να αξιοποιήσουν περισσότερο αποδοτικά τη ρευστότητα που τους παρείχε αφειδώς η κεντρική τράπεζα και η διατήρηση μεγάλου μέρους των διαθεσίμων τους στον μηχανισμό καταθέσεων, συνέβαλε στην απόφαση της ΕΚΤ για την έναρξη προγραμμάτων αγοράς χρεογράφων: αρχικά το πρόγραμμα παροχής «στοχευμένης» ρευστότητας (targetedLTRO, T-LTRO) και λίγο αργότερα το πρώτο πρόγραμμα μη-«αποστειρωμένης» (unsterilized) ποσοτικής χαλάρωσης (αγορά κρατικών χρεογράφων, πρόγραμμα PSPP) στη ζώνη του ευρώ. 

Παρόλα αυτά, μεγάλο μέρος της νέας ρευστότητας παραμένει στην ΕΚΤ υπό μορφή καταθέσεων, με αποτέλεσμα η «καθαρή» ρευστότητα που εισέρχεται στο τραπεζικό σύστημα να αυξάνεται μεν, αλλά με χαμηλότερους από τους επιθυμητούς ρυθμούς (Διάγραμμα 2). Είναι, άλλωστε, ενδεικτική η συσχέτιση που προκύπτει μεταξύ των (σωρευτικών) αγορών χρεογράφων της κεντρικής τράπεζας και του υπολοίπου στο μηχανισμό καταθέσεων (Διάγραμμα 3). 

Παρόλο που τα διαθέσιμα υπόλοιπα στο ασφαλές καταφύγιο της ΕΚΤ (σήμερα 160 δισ. ευρώ) υπολείπονται σημαντικά των αντίστοιχων επίπεδων που κατεγράφησαν στις περιόδους κορύφωσης της ευρωπαϊκής κρίσης χρέους, δε θα πρέπει να παραγνωρίζει κανείς το αρνητικό επιτόκιο που συνοδεύει τις καταθέσεις αυτές από τα μέσα του 2014 (σήμερα -0,2%)! Δεν είναι τυχαίο πως αξιωματούχοι της ΕΚΤ αφήνουν ανοιχτό το ενδεχόμενο μείωσης του σχετικού επιτοκίου σε περαιτέρω αρνητικό έδαφος. Παρόλα αυτά, τα χαμηλά τρέχοντα επίπεδα πληθωρισμού μειώνουν τα αντικίνητρα που δημιουργεί το αρνητικό επιτόκιο του μηχανισμού καταθέσεων. 

Η προτίμηση εκ μέρους των πιστωτικών ιδρυμάτων για διακράτηση ρευστότητας (με αρνητικές αποδόσεις) σε περιβάλλον ποσοτικής χαλάρωσης φαίνεται να επιβεβαιώνει τις υποψίες πως το εργαλείο της νομισματικής πολιτικής δεν επαρκεί για να επαναφέρει την οικονομία της ευρωζώνης σε υγιείς ρυθμούς μεγέθυνσης και θέτει σε αμφιβολία την αποτελεσματικότητα ενδεχόμενης ενίσχυσης του προγράμματος αγοράς τίτλων που φαίνεται να προεξοφλούν οι αναλυτές διεθνώς

Διάγραμμα 1: Χρήση του μηχανισμού αποδοχής καταθέσεων της ΕΚΤ από χρηματοπιστωτικά ιδρύματα της ΖτΕ (σε δισ. ευρώ). Στο διάγραμμα επισημαίνεται η ημερομηνία ανακοίνωσης του προγράμματος αγοράς τίτλων της ΕΚΤ (PSPP, Ιανουάριος 2015).

Χρήση του μηχανισμού αποδοχής καταθέσεων της ΕΚΤ από χρηματοπιστωτικά ιδρύματα της ΖτΕ (σε δισ. ευρώ). Στο διάγραμμα επισημαίνεται η ημερομηνία ανακοίνωσης του προγράμματος αγοράς τίτλων της ΕΚΤ (PSPP, Ιανουάριος 2015).

Πηγή: ΕΚΤ.

Διάγραμμα 2: Παροχή ρευστότητας από την ΕΚΤ (MROκαι LTRO και αγορά τίτλων, PSPP), χρήση του μηχανισμού καταθέσεων και «καθαρή παροχή ρευστότητας» (σε δισ. ευρώ). Στο διάγραμμα επισημαίνεται η ημερομηνία ανακοίνωσης του προγράμματος αγοράς τίτλων της ΕΚΤ (PSPP, 22 Ιανουαρίου 2015).

 Παροχή ρευστότητας από την ΕΚΤ (MROκαι LTRO και αγορά τίτλων, PSPP), χρήση του μηχανισμού καταθέσεων και «καθαρή παροχή ρευστότητας» (σε δισ. ευρώ). Στο διάγραμμα επισημαίνεται η ημερομηνία ανακοίνωσης του προγράμματος αγοράς τίτλων της ΕΚΤ (PSPP, 22 Ιανουαρίου 2015).

Πηγή: ΕΚΤ.

Σημείωση: Άλλα προγράμματα της ΕΚΤ που κατά καιρούς τέθηκαν σε ισχύ δεν απεικονίζονται στο διάγραμμα. Το υπόλοιπο στο μηχανισμό καταθέσεων της ΕΚΤ απεικονίζεται με αρνητικό πρόσημο.

Διάγραμμα 3: Συσχέτιση της (σωρευτικής) αγοράς τίτλων από την ΕΚΤ (πρόγραμμα PSPP) και του επιπέδου χρήσης του μηχανισμού καταθέσεων (υπόλοιπα στα τέλη κάθε μήνα για την περίοδο Μάρτιος - Οκτώβριος 2015). Τα ποσά απεικονίζονται σε δισ. ευρώ.

Συσχέτιση της (σωρευτικής) αγοράς τίτλων από την ΕΚΤ (πρόγραμμα PSPP) και του επιπέδου χρήσης του μηχανισμού καταθέσεων (υπόλοιπα στα τέλη κάθε μήνα για την περίοδο Μάρτιος – Οκτώβριος 2015).Τα ποσά απεικονίζονται σε δισ. ευρώ.

Πηγή: Επεξεργασία στοιχείων ΕΚΤ.